Πρόοδος Εργασιών

Γεωφυσικές Έρευνες
Ανασκαφές
Μελέτες Αποκατάστασης
Απαλλοτριώσεις
Εργασίες Αποκατάστασης

Γρήγορη μετάβαση

Ελληνιστικό θέατρο αρχαίου Δίου

Περιγραφή
Πολυμέσα
Επιστημονικό δελτίο
Κουμπαράς
Τα νέα του θεάτρου

Το θέατρο βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο του αρχαίου Δίου, στον Δήμο Δίου του Νομού Πιερίας.

Πρόκειται για θεατρική κατασκευή, με τυπικά ελληνιστική διάταξη, αποτελούμενη από χωμάτινη ορχήστρα (κονίστρα), λίθινο περιμετρικό αποχετευτικό αγωγό, κοίλο κατασκευασμένο με επίχωση από φερτό υλικό και λίθινο κτίριο σκηνής, το οποίο σώζεται σε πολύ κακή κατάσταση.

Τα «εν Δίω Ολύμπια» ήταν για το αρχαίο Δίον, την ιερή πόλη των Μακεδόνων, γεγονός, το οποίο, εκτός από τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων (Διόδωρος XVII,16, 3-4), μαρτυρείται και από επιγραφή, η οποία εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Δίου και αναφέρει την τέλεση γυμνικών και σκηνικών αγώνων. Ο Αρχέλαος, ο οποίος ελάμπρυνε αυτήν την πανήγυρη, η οποία διαρκούσε εννέα ημέρες, καθώς τελούνταν χάριν των Πιερίδων Μουσών, κάλεσε τον Ευριπίδη, ο οποίος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Μακεδονία, όπου έγραψε το δράμα «Αρχέλαος», καθώς και τις «Βάκχες». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτές οι δυο παραστάσεις ανεβάστηκαν στο θέατρο του Δίου, στην ιερή πόλη των Μακεδόνων.

Σε αυτό το θέατρο της εποχής του Αρχελάου και του Ευριπίδη ανήκει μια σειρά καθισμάτων, που δημιουργείται από μισή πλίνθο όρθια, ως μέτωπο και μια ολόκληρη, ως πάτημα. Αυτή η σειρά είναι χαραγμένη με άλλο κέντρο και η ορχήστρα στην οποία ανήκε θα βρίσκονταν σε ένα επίπεδο λίγο υψηλότερα από τη σημερινή ορχήστρα. Το κτίριο σκηνής αυτού του θεάτρου θα ήταν ξύλινο, όπως άλλωστε και στα άλλα θέατρα της Ελλάδας την ίδια εποχή. Στην ίδια φάση ανήκει τμήμα προεδρίας από πωρόλιθο .

Η σωζόμενη μορφή του θεάτρου είναι αποτέλεσμα ανακαίνισης ή καλύτερα ανακατασκευής εκ βάθρων στην ίδια θέση, η οποία έγινε στο δεύτερο μισό του 3ου π.χ. αιώνα, μια εποχή που τα περισσότερα ελληνικά θέατρα αποκτούν λίθινο κτίριο σκηνής. Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να σχετίζεται με την καταστροφή του Δίου από τους Αιτωλούς, το 220 π.χ., στα χρόνια του Φιλίππου Ε΄, ο οποίος αμέσως μετά την καταστροφή, βοήθησε πολύ να αναστηθούν τα ιερά και η πόλη, κοσμώντας την γενναιόδωρα. Στη χρονολόγηση αυτή συνηγορούν η μορφολογία των αρχιτεκτονικών μελών του μαρμάρινου προσκηνίου και ο μεγάλος αριθμός νομισμάτων Φιλίππου Ε΄, που βρέθηκαν μέσα στο θέατρο.

Μια όψιμη φάση, μετά την εγκατάλειψη του θεάτρου και την αποξήλωση του στα ρωμαϊκά χρόνια, δεν είναι εύκολο να χρονολογηθεί εξ αιτίας της προχειρότητας της κατασκευής της και της κακής κατάστασης διατήρησης της.

Γενική περιγραφή του μνημείου

Το θέατρο του Δίου είναι πολύ κατεστραμμένο εξαιτίας της λιθολόγησής του, ήδη από την αρχαιότητα, καθώς στη ρωμαϊκή περίοδο, στα αυτοκρατορικά χρόνια, εγκαταλείφθηκε μετά από την ανέγερση νέου θεάτρου δίπλα στο ιερό του Δία. Παρόλα αυτά, επειδή δεν δέχτηκε ρωμαϊκή ανακαίνιση, η οποία θα κάλυπτε ή θα εξαφάνιζε στοιχεία της ελληνιστικής φάσης, και εξαιτίας του γεγονότος ότι η ανασκαφή του έγινε πολύ προσεκτικά, ήρθαν στο φως πολύτιμες πληροφορίες, οι οποίες οδήγησαν σε ουσιαστικά συμπεράσματα.

Η θέση του θεάτρου έξω από την πόλη, σε σχέση με τα ιερά, η επιμελημένη κατασκευή του, ο μηχανολογικός εξοπλισμός τον οποίο διέθετε και το μέγεθός του (διάμετρος ορχήστρας περίπου 26 μέτρα), δείχνουν τη σημασία του για την ιερή πόλη των Μακεδόνων και επιβεβαιώνουν τις ιστορικές μαρτυρίες για την τέλεση σκηνικών αγώνων.

Η ορχήστρα (κονίστρα), η οποία ορίζεται από τον καλοδουλεμένο λίθινο, περιμετρικό αποχετευτικό αγωγό που την περιβάλλει, ήταν στρωμένη με χώμα. Ο αγωγός ήταν ανοιχτός και γεφυρώνονταν μόνο μπροστά από την κεντρική κερκίδα και στη βόρεια πάροδο.

Το κοίλο εκτός του ότι είναι διαμορφωμένο επάνω σε τεχνητή επίχωση και όχι στην πλαγιά ενός λόφου, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στα ελληνικά θέατρα, παρουσιάζει ιδιομορφία και στις βαθμίδες των καθισμάτων, που είναι κατασκευασμένες από ειδικές πλίνθους διαστάσεων 50x50x7 εκατοστά, τοποθετημένες τη μια πάνω στην άλλη. Χαρακτηριστική είναι η απουσία αναλημματικών τοίχων στα πέρατα του κοίλου κατά μήκος των παρόδων, τα οποία διαμορφώνονται σε πρανή.

Το λίθινο κτίριο της σκηνής, παρά την πολύ κακή κατάσταση διατήρησής του, έσωσε αρκετά στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν την αναπαράστασή του και τεκμηριώνουν την ύπαρξη, τη θέση και εν μέρει τη λειτουργία αρκετών από τους θεατρικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούνταν στα αρχαία θέατρα.

Ο Ευριπίδης ερχόμενος από την Αθήνα, όπου είχε εφαρμόσει πολλές καινοτομίες σε σχέση με σκηνικά τεχνάσματα, θα πρέπει να μετέφερε τις εμπειρίες του στο θέατρο του Δίου, δημιουργώντας μια παράδοση, η οποία εξυπηρέτησε με τον καλύτερο τρόπο τις αυξημένες απαιτήσεις της διεξαγωγής των σκηνικών αγώνων που καθιέρωσε ο Αρχέλαος. Από την εποχή του Ευριπίδη έως το δεύτερο μισό του 3ου π.χ. αιώνα, που κατασκευάστηκε το λίθινο κτίριο της σκηνής, θα πρέπει να αποκτήθηκε μια τεχνογνωσία, η οποία εφαρμόστηκε ως μόνιμος πλέον μηχανολογικός εξοπλισμός της νέας σκηνής του θεάτρου.

Κατά την ανασκαφή εντοπίσθηκε χαρώνεια κλίμακα με δυο θαλάμους στα άκρα της, ένα στη θέση του προσκηνίου και ένα στο κέντρο περίπου της ορχήστρας.

Τμήματα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών του προσκηνίου, τα οποία σώζουν ίχνη χρώματος, σε συνδυασμό με στοιχεία από τη κάτοψή του, έδωσαν τη δυνατότητα αναπαράστασης της μορφής του με μεγάλη βεβαιότητα.

Δεξιά και αριστερά από το μέσον του τοίχου της πρόσοψης του κτιρίου της σκηνής βρέθηκαν οι θεμελιώσεις δύο μεγάλων πεσσών διαστάσεων 2,70 x 2,70 μέτρων. Στην ανατολική παρειά του ίδιου τοίχου βρέθηκαν τέσσερις λάκκοι, σε θέσεις απόλυτα συμμετρικές ως προς τον άξονα του θεάτρου .Οι δύο είναι τετράγωνοι και προέκυψαν από την αποξήλωση μικρότερων πεσσών από τους προηγούμενους. Οι άλλοι δύο είναι κυκλικοί και προέκυψαν από την αποξήλωση στοιχείων κυκλικής διατομής.

Μπροστά από το νότιο μεγάλο πεσσό αποκαλύφθηκε στο επίπεδο της ορχήστρας γωνιόλιθος «in situ» με οπή ορθογωνικής διατομής (16×22 εκ.) στο κέντρο του, προορισμένη να δεχθεί ξύλινο υποστύλωμα. Παρόμοιοι γωνιόλιθοι υπήρχαν μπροστά από τον δεύτερο μεγάλο πεσσό και τους δύο μικρότερους, όπου εντοπίσθηκαν οι λάκκοι από την αποξήλωσή τους.

Τα στοιχεία αυτά, μαζί με άλλα ανασκαφικά δεδομένα, οδήγησαν σε αναπαράσταση του κτιρίου της σκηνής. Οι δύο μεγάλοι πεσσοί ορίζουν το άνοιγμα της «βασιλείου θύρας» και παράλληλα έδιναν τη δυνατότητα στήριξης της εξέδρας του «θεολογείου». Οι δύο μικροί πεσσοί ορίζουν τα ανοίγματα των θυρών δεξιά και αριστερά από τη «βασίλειο θύρα» ,ενώ οι δύο κυκλικοί λάκκοι βρίσκονται στους άξονες άλλων δύο θυρών στα άκρα του κτιρίου της σκηνής ,στις οποίες ,σύμφωνα με τον Πολυδεύκη, βρίσκονταν οι μηχανισμοί περιστροφής των “περιάκτων”,δηλαδή τρίπλευρων πρισματικών κατασκευών , για την αυτόματη αλλαγή των σκηνικών κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Οι δύο μεγάλοι πεσσοί έδιναν τη δυνατότητα στήριξης και εύκολου χειρισμού της «μηχανής» ή «γεράνου», για τη μεταφορά του «από μηχανής θεού», καθώς και της ενσωμάτωσης εσωτερικού κλιμακοστασίου για την αθέατη μετάβαση των ηθοποιών στο «θεολογείο», κατά τη διάρκεια της παράστασης .

Τα κατακόρυφα ξύλινα υποστυλώματα ,τα οποία στηρίζονταν στους γωνιόλιθους με την ορθογωνική εγκοπή που ήταν τοποθετημένοι στους άξονες των πεσσών ,αν θεωρήσουμε ότι στις πλάγιες πλευρές τους είχαν εγκοπές, αυτές θα μπορούσαν να λειτουργούν ως οδηγοί, για τη λειτουργία υφασμάτινων πετασμάτων. Τα υφάσματα αυτά θα λειτουργούσαν ως ένα είδος αυλαίας, χωρισμένης στα τρία, η οποία έπεφτε κάτω από το προσκήνιο μέσω σχισμής στο ξύλινο δάπεδο του λογείου, αποκαλύπτοντας την πρόσοψη της σκηνής .Ο χειρισμός της μπορούσε να γίνεται αθέατα κάτω από το προσκήνιο ,καθώς τα μετακιόνια του καλύπτονταν από πίνακες,

Ο χωρισμός αυτής της προδρομικής αυλαίας σε τρία τμήματα, έλυνε τα προβλήματα που θα προκαλούσε μια ενιαία αυλαία τεράστιων διαστάσεων εξ αιτίας των ανεμοπιέσεων και του βάρους της.

Η κατάσταση διατήρησης του κτιρίου της σκηνής είναι κακή. Με την εφαρμογή της μελέτης «Συντήρηση, ανάδειξη και προσωρινή επαναλειτουργία του ελληνιστικού θεάτρου του Δίου»(1990-1991) έγιναν στερεωτικές εργασίες στους σωζόμενους τοίχους. Οι σωζόμενες βαθμίδες των πλίνθινων καθισμάτων κινδυνεύουν να διαλυθούν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αν μείνουν ορατές. Για το λόγο αυτό έχουν καταχωθεί .Η ορχήστρα και ο περιμετρικός αγωγός μετά από τις εργασίες του 1990-1991 βρίσκονται σε καλή κατάσταση και είναι δυνατή η χρήση τους για θεατρικές παραστάσεις .Για τις ανάγκες αυτών των παραστάσεων στο κοίλο έχουν κατασκευασθεί λυόμενες κατασκευές ,οι οποίες επιτρέπουν τη χρήση του κοίλου από τους θεατές.

Το θέατρο λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο του αρχαιολογικού χώρου του Δίου. Παράλληλα, ένα μήνα περίπου το χρόνο, λειτουργεί ως χώρος παραστάσεων, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ολύμπου. Το θέατρο διαθέτει χώρο στάθμευσης, μηχανολογικό εξοπλισμό και καμαρίνια.

Ιστορικό σύγχρονων χρήσεων

Το θέατρο λειτούργησε για πρώτη φορά το 1972.Το 1975 λειτούργησε εκ νέου με παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσε η Α. Συνοδινού. Από το 1991, που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες συντήρησης–ανάδειξης και προσωρινής επαναλειτουργίας, έως σήμερα, λειτουργεί ανελλιπώς στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του «Φεστιβάλ Ολύμπου».

Γ. Καραδέδος
Αρχαιολόγος, Αρχιτέκτονας

Δ. Παντερμανλής
Αρχαιολόγος

Ονομασία Μνημείου

Ελληνιστικό θέατρο Αρχαίου Δίου

Κατηγορία

Θέατρο

Σύντομη περιγραφή

Θεατρική κατασκευή, με τυπικά ελληνιστική διάταξη, αποτελούμενη από χωμάτινη ορχήστρα (κονίστρα), λίθινο περιμετρικό αποχετευτικό αγωγό, κοίλο κατασκευασμένο με επίχωση από φερτό υλικό και λίθινο κτίριο σκηνής, το οποίο σώζεται σε πολύ κακή κατάσταση.

Εικόνες - Σχέδια

Υπάρχει φωτογραφική τεκμηρίωση καθώς και σχεδιαστική αποτύπωση ολόκληρου του μνημείου και των ανασκαφικών τομών του, από το 1977 έως το 1992, στα αρχεία της Πανεπιστημιακής Ανασκαφής του Δίου, που εκπονήθηκαν από τον αρχιτέκτονα αναστηλωτή, αρχαιολόγο Γ. Καραδέδο. Το τοπογραφικό σχέδιο έχει εκπονηθεί από τους τοπογράφους Κ. Τουμακίδη και Ι. Γκάτζιο. Επίσης υπάρχουν αρκετές αεροφωτογραφίες. Αναπαραστάσεις του προσκηνίου και ολόκληρου του κτιρίου της σκηνής υπάρχουν στο τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Τεκμηρίωση - Βιβλιογραφία

M.W. Leake, Travels in Northern Greece III(1835), σ.409 Γ. Σωτηριάδης, «Ανασκαφή Δίου Μακεδονίας», Π.Α.Ε. 1928, σ.78 Δ. Παντερμαλής, «Ανασκαφή Δίου», Α.Δ. 26(1971), Β΄ 2 Χρονικά,σ.401 Δ. Παντερμαλής, «Ανασκαφικαί έρευναι εις Δίον», Α.Δ. 29(1973-1974), Β΄ 3 Χρονικά, σ.699. Γ. Καραδέδος, «Το ελληνιστικό θέατρο του Δίου». Οι αρχαιολόγοι μιλούν για την Πιερία, ΝΕΛΕ Πιερίας, Θεσσαλονίκη, 1985, σ.26-30. Γ. Καραδέδος, «Το ελληνιστικό θέατρο του Δίου», Αρχαία Μακεδονία IV, Ι.M.Χ.Α., Θεσσαλονίκη, 1985, σ.325-340. Γ. Καραδέδος, «Τελευταία στοιχεία για τη σκηνή του ελληνιστικού θεάτρου του Δίου»Α.Ε.Μ.Θ. 5, 1991, σ.157-169. Δ. Παντερμαλής, Δίον. Αρχαιολογικός χώρος και μουσείο, εκδόσεις ΑΔΑΜ, 1997, σ.30-33. (τουριστικός οδηγός του αρχαιολογικού χώρου). G. Karadedos, «Tecnologia dell΄antico teatro Greco», Eureka, il genio degli antichi, Electa, Napoli, 2005, σ.186-191. Γ. Καραδέδος, «Ένα αυτοματοποιημένο θέατρο στην υπηρεσία των θεατρικών αγώνων στο Δίον, την ιερή πόλη των Μακεδόνων», Α.Ε.Μ.Θ. 19, 2005, σ.381-390.

Θέση

Αρχαιολογικός χώρος αρχαίου Δίου, Δήμος Δίου, Νομού Πιερίας.

Χρονολόγηση

Τα <<εν Δίω Ολύμπια>> ήταν για το αρχαίο Δίον, την ιερή πόλη των Μακεδόνων, γεγονός, το οποίο, εκτός από τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων (Διόδωρος XVII,16, 3-4), μαρτυρείται και από επιγραφή, η οποία εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Δίου και αναφέρει την τέλεση γυμνικών και σκηνικών αγώνων. Ο Αρχέλαος, ο οποίος ελάμπρυνε αυτήν την πανήγυρη, η οποία διαρκούσε εννέα ημέρες, καθώς τελούνταν χάριν των Πιερίδων Μουσών, κάλεσε τον Ευριπίδη (Γένος Ευριπίδου [Vita]2, 8f, Schwars), ο οποίος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Μακεδονία, όπου έγραψε το δράμα «Αρχέλαος», καθώς και τις «Βάκχες». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτές οι δυο παραστάσεις ανεβάστηκαν στο θέατρο του Δίου, στην ιερή πόλη των Μακεδόνων. Σε αυτό το θέατρο της εποχής του Αρχελάου και του Ευριπίδη ανήκει μια σειρά καθισμάτων, που δημιουργείται από μισή πλίνθο όρθια, ως μέτωπο και μια ολόκληρη, ως πάτημα. Αυτή η σειρά είναι χαραγμένη με άλλο κέντρο και η ορχήστρα στην οποία ανήκε θα βρίσκονταν σε ένα επίπεδο λίγο υψηλότερα από τη σημερινή ορχήστρα. Το κτίριο σκηνής αυτού του θεάτρου θα ήταν ξύλινο, όπως άλλωστε και στα άλλα θέατρα της Ελλάδας την ίδια εποχή. Στην ίδια φάση ανήκει τμήμα προεδρίας από πωρόλιθο . Η σωζόμενη μορφή του θεάτρου είναι αποτέλεσμα ανακαίνισης ή καλύτερα ανακατασκευής εκ βάθρων στην ίδια θέση, η οποία έγινε στο δεύτερο μισό του 3ου π.χ. αιώνα, μια εποχή που τα περισσότερα ελληνικά θέατρα αποκτούν λίθινο κτίριο σκηνής. Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να σχετίζεται με την καταστροφή του Δίου από τους Αιτωλούς, το 220 π.χ., στα χρόνια του Φιλίππου Ε΄, ο οποίος αμέσως μετά την καταστροφή, βοήθησε πολύ να αναστηθούν τα ιερά και η πόλη, κοσμώντας την γενναιόδωρα. Στη χρονολόγηση αυτή συνηγορούν η μορφολογία των αρχιτεκτονικών μελών του μαρμάρινου προσκηνίου και ο μεγάλος αριθμός νομισμάτων Φιλίππου Ε΄, που βρέθηκαν μέσα στο θέατρο. Μια όψιμη φάση, μετά την εγκατάλειψη του θεάτρου και την αποξήλωση του στα ρωμαϊκά χρόνια, δεν είναι εύκολο να χρονολογηθεί εξ αιτίας της προχειρότητας της κατασκευής της και της κακής κατάστασης διατήρησης της.

Γενική περιγραφή Μνημείου

Το θέατρο του Δίου είναι πολύ κατεστραμμένο εξαιτίας της λιθολόγησής του, ήδη από την αρχαιότητα, καθώς στη ρωμαϊκή περίοδο, στα αυτοκρατορικά χρόνια, εγκαταλείφθηκε μετά από την ανέγερση νέου θεάτρου δίπλα στο ιερό του Δία. Παρόλα αυτά, επειδή δεν δέχτηκε ρωμαϊκή ανακαίνιση, η οποία θα κάλυπτε ή θα εξαφάνιζε στοιχεία της ελληνιστικής φάσης, και εξαιτίας του γεγονότος ότι η ανασκαφή του έγινε πολύ προσεκτικά, ήρθαν στο φως πολύτιμες πληροφορίες, οι οποίες οδήγησαν σε ουσιαστικά συμπεράσματα. Η θέση του θεάτρου έξω από την πόλη, σε σχέση με τα ιερά, η επιμελημένη κατασκευή του, ο μηχανολογικός εξοπλισμός τον οποίο διέθετε και το μέγεθός του (διάμετρος ορχήστρας περίπου 26 μέτρα), δείχνουν τη σημασία του για την ιερή πόλη των Μακεδόνων και επιβεβαιώνουν τις ιστορικές μαρτυρίες για την τέλεση σκηνικών αγώνων. Η ορχήστρα (κονίστρα), η οποία ορίζεται από τον καλοδουλεμένο λίθινο, περιμετρικό αποχετευτικό αγωγό που την περιβάλλει, ήταν στρωμένη με χώμα. Ο αγωγός ήταν ανοιχτός και γεφυρώνονταν μόνο μπροστά από την κεντρική κερκίδα και στη βόρεια πάροδο. Το κοίλο εκτός του ότι είναι διαμορφωμένο επάνω σε τεχνητή επίχωση και όχι στην πλαγιά ενός λόφου, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στα ελληνικά θέατρα, παρουσιάζει ιδιομορφία και στις βαθμίδες των καθισμάτων, που είναι κατασκευασμένες από ειδικές πλίνθους διαστάσεων 50x50x7 εκατοστά, τοποθετημένες τη μια πάνω στην άλλη. Χαρακτηριστική είναι η απουσία αναλημματικών τοίχων στα πέρατα του κοίλου κατά μήκος των παρόδων, τα οποία διαμορφώνονται σε πρανή. Το λίθινο κτίριο της σκηνής, παρά την πολύ κακή κατάσταση διατήρησής του, έσωσε αρκετά στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν την αναπαράστασή του και τεκμηριώνουν την ύπαρξη, τη θέση και εν μέρει τη λειτουργία αρκετών από τους θεατρικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούνταν στα αρχαία θέατρα. Ο Ευριπίδης ερχόμενος από την Αθήνα, όπου είχε εφαρμόσει πολλές καινοτομίες σε σχέση με σκηνικά τεχνάσματα, θα πρέπει να μετέφερε τις εμπειρίες του στο θέατρο του Δίου, δημιουργώντας μια παράδοση, η οποία εξυπηρέτησε με τον καλύτερο τρόπο τις αυξημένες απαιτήσεις της διεξαγωγής των σκηνικών αγώνων που καθιέρωσε ο Αρχέλαος. Από την εποχή του Ευριπίδη έως το δεύτερο μισό του 3ου π.χ. αιώνα, που κατασκευάστηκε το λίθινο κτίριο της σκηνής, θα πρέπει να αποκτήθηκε μια τεχνογνωσία, η οποία εφαρμόστηκε ως μόνιμος πλέον μηχανολογικός εξοπλισμός της νέας σκηνής του θεάτρου. Κατά την ανασκαφή εντοπίσθηκε χαρώνεια κλίμακα με δυο θαλάμους στα άκρα της, ένα στη θέση του προσκηνίου και ένα στο κέντρο περίπου της ορχήστρας. Τμήματα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών του προσκηνίου, τα οποία σώζουν ίχνη χρώματος, σε συνδυασμό με στοιχεία από τη κάτοψή του, έδωσαν τη δυνατότητα αναπαράστασης της μορφής του με μεγάλη βεβαιότητα. Δεξιά και αριστερά από το μέσον του τοίχου της πρόσοψης του κτιρίου της σκηνής βρέθηκαν οι θεμελιώσεις δύο μεγάλων πεσσών διαστάσεων 2,70×2,70 μέτρων. Στην ανατολική παρειά του ίδιου τοίχου βρέθηκαν τέσσερις λάκκοι, σε θέσεις απόλυτα συμμετρικές ως προς τον άξονα του θεάτρου .Οι δύο είναι τετράγωνοι και προέκυψαν από την αποξήλωση μικρότερων πεσσών .από τους προηγούμενους. Οι άλλοι δύο είναι κυκλικοί και προέκυψαν από την αποξήλωση στοιχείων κυκλικής διατομής . Μπροστά από το νότιο μεγάλο πεσσό αποκαλύφθηκε στο επίπεδο της ορχήστρας γωνιόλιθος «in situ» με οπή ορθογωνικής διατομής (16×22 εκ.) στο κέντρο του ,προορισμένη να δεχθεί ξύλινο υποστύλωμα. Παρόμοιοι γωνιόλιθοι υπήρχαν μπροστά από τον δεύτερο μεγάλο πεσσό και τους δύο μικρότερους, όπου εντοπίσθηκαν οι λάκκοι από την αποξήλωσή τους. Τα στοιχεία αυτά, μαζί με άλλα ανασκαφικά δεδομένα, οδήγησαν σε αναπαράσταση του κτιρίου της σκηνής. Οι δύο μεγάλοι πεσσοί ορίζουν το άνοιγμα της «βασιλείου θύρας» και παράλληλα έδιναν τη δυνατότητα στήριξης της εξέδρας του «θεολογείου». Οι δύο μικροί πεσσοί ορίζουν τα ανοίγματα των θυρών δεξιά και αριστερά από τη «βασίλειο θύρα» ,ενώ οι δύο κυκλικοί λάκκοι βρίσκονται στους άξονες άλλων δύο θυρών στα άκρα του κτιρίου της σκηνής ,στις οποίες ,σύμφωνα με τον Πολιδεύκη, βρίσκονταν οι μηχανισμοί περιστροφής των “περιάκτων” ,δηλαδή τρίπλευρων πρισματικών κατασκευών ,για την αυτόματη αλλαγή των σκηνικών κατά τη διάρκεια της παράστασης . Οι δύο μεγάλοι πεσσοί έδιναν τη δυνατότητα στήριξης και εύκολου χειρισμού της «μηχανής» ή «γεράνου», για τη μεταφορά του «από μηχανής θεού», καθώς και της ενσωμάτωσης εσωτερικού κλιμακοστασίου για την αθέατη μετάβαση των ηθοποιών στο «θεολογείο», κατά τη διάρκεια της παράστασης . Τα κατακόρυφα ξύλινα υποστυλώματα ,τα οποία στηρίζονταν στους γωνιόλιθους με την ορθογωνική εγκοπή που ήταν τοποθετημένοι στους άξονες των πεσσών ,αν θεωρήσουμε ότι στις πλάγιες πλευρές τους είχαν εγκοπές, αυτές θα μπορούσαν να λειτουργούν ως οδηγοί, για τη λειτουργία υφασμάτινων πετασμάτων. Τα υφάσματα αυτά θα λειτουργούσαν ως ένα είδος αυλαίας, χωρισμένης στα τρία, η οποία έπεφτε κάτω από το προσκήνιο μέσω σχισμής στο ξύλινο δάπεδο του λογείου, αποκαλύπτοντας την πρόσοψη της σκηνής .Ο χειρισμός της μπορούσε να γίνεται αθέατα κάτω από το προσκήνιο ,καθώς τα μετακιόνια του καλύπτονταν από πίνακες, Ο χωρισμός αυτής της προδρομικής αυλαίας σε τρία τμήματα, έλυνε τα προβλήματα που θα προκαλούσε μια ενιαία αυλαία τεράστιων διαστάσεων εξ αιτίας των ανεμοπιέσεων και του βάρους της.

Υπάρχουσα κατάσταση

Η κατάσταση διατήρησης του κτιρίου της σκηνής είναι κακή. Με την εφαρμογή της μελέτης «Συντήρηση, ανάδειξη και προσωρινή επαναλειτουργία του ελληνιστικού θεάτρου του Δίου»(1990-1991) έγιναν στερεωτικές εργασίες στους σωζόμενους τοίχους .Οι σωζόμενες βαθμίδες των πλίνθινων καθισμάτων κινδυνεύουν να διαλυθούν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αν μείνουν ορατές .Για το λόγο αυτό έχουν καταχωθεί .Η ορχήστρα και ο περιμετρικός αγωγός μετά από τις εργασίες του 1990-1991 βρίσκονται σε καλή κατάσταση και είναι δυνατή η χρήση τους για θεατρικές παραστάσεις .Για τις ανάγκες αυτών των παραστάσεων στο κοίλο έχουν κατασκευασθεί λυόμενες κατασκευές ,οι οποίες επιτρέπουν τη χρήση του κοίλου από τους θεατές.

Έρευνες - Επεμβάσεις

Οι πρώτες δοκιμαστικές τομές στην περιοχή του θεάτρου έγιναν από τον καθηγητή Γ. Μπακαλάκη το 1970 .Ουσιαστική όμως ανασκαφή άρχισε με τον καθηγητή Δ. Παντερμαλή το 1973,η οποία μετά από διακοπή δύο ετών συνεχίστηκε από το 1977 ως το 1988 από τον αναπλ. καθηγητή Γ. Καραδέδο. Η ανασκαφή έφερε στο φως την ορχήστρα, τον λίθινο περιμετρικό αποχετευτικό αγωγό, τις παρόδους, μεγάλο τμήμα του κοίλου περιμετρικά του αποχετευτικού αγωγού και το κτίριο της σκηνής . Το 1988 ,παρόλο που η ανασκαφική έρευνα δεν είχε ολοκληρωθεί στην περιοχή του κοίλου, εξαιτίας του φόβου κατάληψης του θεάτρου για χρήση στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του «Φεστιβάλ Ολύμπου» ,συντάχθηκε από τον αρχιτέκτονα αναστηλωτή, αρχαιολόγο Γ. Καραδέδο «Μελέτη συντήρησης ,ανάδειξης και προσωρινής επαναλειτουργίας του ελληνιστικού θεάτρου του Δίου»,η οποία εγκρίθηκε από το Κ.Α.Σ και υλοποιήθηκε τα έτη 1990-1991. Αποκαταστάθηκε η ορχήστρα και ο περιμετρικός αποχετευτικός αγωγός, συντηρήθηκαν οι σωζόμενοι τοίχοι του κτιρίου της σκηνής και έγινε σήμανση στο έδαφος της θέσης των τοίχων, που ήταν τελείως κατεστραμμένοι, με μια στρώση λίθων για να γίνει κατανοητή η μορφή του κτιρίου της σκηνής έστω σε κάτοψη .Επίσης έγινε σήμανση της θέσης του προσκηνίου με τη διαφοροποίηση του χρώματος της επίστρωσης του δαπέδου του από το δάπεδο της ορχήστρας. Καλύφθηκε η χαρώνεια κλίμακα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι επισκέψιμη και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες κάποιων παραστάσεων. Καλύφθηκαν οι πλίνθινες βαθμίδες των καθισμάτων του κοίλου για να προστατευθούν, καθώς ήταν αδύνατη η συντήρηση τους. Στο κοίλο, σε απόσταση ασφάλειας από τα αυθεντικά καθίσματα, κατασκευάσθηκαν λυόμενες σύγχρονες βαθμίδες καθισμάτων ,με σκοπό να παραμένουν στο θέατρο μόνο κατά τη διάρκεια των παραστάσεων του Φεστιβάλ και τον υπόλοιπο χρόνο να αφαιρούνται, για να μπορεί να λειτουργεί το θέατρο ως επισκέψιμο μνημείο. Η μελέτη προέβλεπε δυνατότητα συνέχισης της έρευνας στο κοίλο καθώς και δυνατότητα αφαίρεσης όλων των σύγχρονων κατασκευών του κοίλου, αν αυτό κρίνονταν απαραίτητο από την οριστική μελέτη που θα συντάσσονταν μετά το πέρας των ερευνών. Το 2008-2009 μετά από νέα έγκριση του Κ.Α.Σ. έγινε, με μελέτη της αρχιτέκτονος-αναστηλώτριας Αν. Καπανδρίτη, μικρή επέκταση των σύγχρονων λυόμενων καθισμάτων στο κενό που είχε αφεθεί ανάμεσα στα αυθεντικά καθίσματα και τις κατασκευές του 1990 -1991 ,αυξάνοντας τη χωρητικότητα του θεάτρου και βελτιώνοντας την επαφή των ηθοποιών με τους θεατές ,η οποία ήταν προβληματική λόγω της απόστασης των καθισμάτων από την ορχήστρα.

Επιτρεπόμενες χρήσεις

Το θέατρο λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο του αρχαιολογικού χώρου του Δίου. Παράλληλα, ένα μήνα περίπου το χρόνο, λειτουργεί ως χώρος παραστάσεων, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ολύμπου, οι οποίες ελέγχονται κάθε χρόνο από το Κ.Α.Σ. Το θέατρο διαθέτει χώρο στάθμευσης, μηχανολογικό εξοπλισμό και καμαρίνια.

Ιστορικό σύγχρονων χρήσεων

Το θέατρο λειτούργησε για πρώτη φορά το 1972.Το 1975 ξαναλειτούργησε με παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσε η Α. Συνοδινού. Από το 1991, που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες συντήρησης –ανάδειξης και προσωρινής επαναλειτουργίας, έως σήμερα, λειτουργεί ανελλιπώς στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του «Φεστιβάλ Ολύμπου».

Πνευματικά δικαιώματα

Το μνημείο ανήκει στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού.